Μια διασκευή από το βιβλίο του Φιοντόρ Μιχ. Ντοστογιέφσκι «Το όνειρο ενός γελοίου» και από το επίμετρο του επίσης μεγάλου συγγραφέα Σωτήρη Γουνελά.
Μέρος δεύτερο: Ταξίδι στην ανθρώπινη ιστορία
Τι να ήταν αυτό το τρομερό θέαμα; Τι άλλο θα μπορούσε να ήταν από την αμαρτία.
Χωρίς να το καταλάβει οδηγούσε ανάμεσα στους πρώτους ανθρώπους γνωρίζοντας για την αμαρτία ενώ αυτοί δεν ήξεραν.
Έβλεπε πολέμους, αναστατώσεις, καταστροφές και εγκλήματα που κρατούσαν αιώνες, όμως αυτός τα έβλεπε συμπυκνωμένα σε δέκατα του δευτερολέπτου.
Η ψυχή του σημαδεμένη από αυτό το τρομερό χρώμα, κάλυπτε αποστάσεις ασύλληπτες με εκπληκτική ταχύτητα.
Δεν γνώριζε πώς γινόντουσαν όλα αυτά, δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει τούτο το μυστήριο.
Αυτό που γνώριζε ήταν η πορεία του ανθρώπου μέσα στους αιώνες, μια σταθερή αλυσίδα από πράξεις ντυμένες πάντα στο ίδιο μαυροκόκκινο χρώμα.
Πάτησε φρένο και σταμάτησε εκεί, στο άνοιγμα της αβύσσου. Έσπρωξε την πόρτα της νταλίκας με δύναμη και βγήκε έξω.
Ο αέρας μύριζε αίμα. Το αίμα είχε γίνει σημάδι αναγνώρισης εκείνων των ανθρώπων. Όσοι απόμεναν αθώοι και αγνοί κινδύνευαν και καταδιώκονταν.
Λογιών – λογιών αρρώστιες έκαναν την εμφάνισή τους. Ο παιδεμός της ψυχής ξεσπούσε στο σώμα και το έφθειρε. Δεν υπήρχε η αίσθηση του χώρου και του χρόνου και είχαν πάψει να είναι συμφιλιωμένοι με την πλάση.
Στις φωνές τους δεν υπήρχε μουσική, ζεστασιά και αγάπη. Τα βλέμματά τους ήταν ανακατεμένα με πόνο και ξερό δάκρυ. Στο μεταξύ οι άνθρωποι πλήθαιναν χωρίς κανένα ρυθμό, χωρίς κανένα μέτρο.
Οι γενιές διαδέχονταν η μία την άλλη σχεδόν πανομοιότυπα. Κάθε γενιά κληρονομούσε τα κακά της προηγούμενης, αλλά κανείς δεν μίλαγε για διόρθωση, παρά μόνο για διατήρηση.
Μόνο στα μικρά παιδιά έβλεπες ίχνη της αρχαίας καθαρότητας που σιγά – σιγά κι αυτή έσβηνε με τα χρόνια και πνιγόταν στο γενικότερο κλίμα.
Στους καιρούς εκείνους εμφανίζονταν συχνά άνδρες που κάτι από το αρχαίο φως είχε ανάψει μέσα τους και κήρυτταν στους ανθρώπους την αγάπη και την αρετή.
Οι πιο πολλοί άκουγαν αλλά δεν καταλάβαιναν και το κυριότερο, και να ήθελαν, δεν μπορούσαν να αλλάξουν. Στο τέλος τους σκότωναν και ζούσαν στη λήθη του εγκλήματός τους.
Έτσι περνούσαν οι εποχές και στην ατμόσφαιρα κυριαρχούσε το ίδιο βαρύ χρώμα. Από αυτό το χρώμα έφτιαχναν τα τραγούδια τους και τα ποιήματά τους, βάζοντας μέσα αυτό που τους ταίριαζε.
Τους φόβους, τις ενοχές, τις αγωνίες, τα βάσανα, τις λύπες, τις προσωρινές χαρές, τους εγωισμούς, τις μανίες, τις τρέλες τους και όλα σχεδόν ήταν τραγούδια που έκρυβαν τον πόνο και την εξορία από τον αρχαίο παράδεισο.
Το κακό που κυβερνούσε, μια χτύπαγε στο εσωτερικό της χώρας, και μια εκδηλωνόταν με σύρραξη ανάμεσα σε λαούς χωρισμένους και διαφορετικούς.
Οι άρχοντες που κυβερνούσαν χρησιμοποιούσαν με ευκολία τα ονόματα των θεών για να δικαιολογήσουν τις πράξεις και τις διαμάχες τους.
Πολλοί από αυτούς θεωρούσαν τον εαυτό τους δυνατότερο από τους Θεούς και άλλοι δεν δίσταζαν να λένε πως είναι κάτι σαν συγγενείς τους. Οι σοφοί και οι δίκαιοι που ενίοτε κυβερνούσαν πέρναγαν γρήγορα και ο κόσμος τους ξεχνούσε.
Οι άνθρωποι ζούσαν σαν να ήταν μέσα σε ένα αόρατο δίχτυ που κράταγε την ψυχή κλειστή στο φως του Θεού και τους επέτρεπε να συντηρούνται μόνο από τα λάθη τους, τις ατέλειες και τα βάσανά τους. Κανείς δεν έπρεπε να τολμήσει να μιλήσει για θείες αλήθειες, κανείς δεν έπρεπε να ασχολείται με τα μυστήρια του Θεού.
Καθώς κυλούσαν οι αιώνες, οι χωρισμένοι λαοί θέσπισαν θεσμούς και τους θεοποίησαν. Την οικογένεια, τον τόπο που γεννήθηκαν, τις καθημερινές τους συνήθειες.
Ορισμένες καταστάσεις της ψυχής τους που δεν τις καταλάβαιναν, τις έντυσαν με χρώματα και τις έκλεισαν στους ναούς. Οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα στους ναούς προσπαθούσαν να επεξεργαστούν τα λιγοστά στοιχεία της πρωτόκτιστης λάμψης, να τα ξεδιαλύνουν, να τα χωνέψουν.
Γι αυτό είχαν καθιερώσει ειδικές τελετές καθαρμών και πίστευαν πως έτσι θα πλησίαζαν περισσότερο την χαμένη αλήθεια, το χαμένο φως.
Ωστόσο, το φως του Δημιουργού δεν φαινόταν πουθενά. Όσοι Τον γύρευαν σκαλίζοντας το μυαλό τους το μόνο που κατάφερναν ήταν να τρέφουν την φαντασία τους με απέραντους συνδυασμούς που είχαν για βάση τους τον ορατό κόσμο.
Από κει ξεκινούσαν είτε με το μάτι είτε με το μυαλό και προέκτειναν ύστερα το έργο τους σε μια διάσταση που τη θεωρούσαν υπερκόσμια.
Έτρεχαν πίσω από τον Θεό με μεγαλοστομίες,
εκεί που Αυτός ήθελε ταπείνωση.
Έρχονταν πίσω Του, γιγαντώνοντας το νου τους
και πιστεύοντας ότι κρατούν το σύμπαν μεσ’ στο κεφάλι τους,
εκεί που Αυτός ήθελε μετάνοια.
Έτρεχαν πίσω Του, γεμάτοι αστραφτερές εικόνες,
βαρύγδουπα λόγια και ποιητικά σχήματα,
εκεί που Αυτός ήθελε απλότητα.
Εξηγούσαν, ερμήνευαν, ταξινομούσαν τον κόσμο,
πιστεύοντας στις διανοητικές τους ικανότητες,
εκεί που Αυτός περίμενε να θανατώσουν το εγώ τους.
Μιλούσαν για τα πάθη της ψυχής και δεν έβλεπαν πως οι διεργασίες της διάνοιας και η διαρκής αναζήτηση μέσα από αυτή είναι το χειρότερο πάθος. Με τον καιρό οι άνθρωποι αυτοί κατασκεύασαν ένα απέραντο κόσμο θεμελιωμένο στη φαντασία τους με όσα στοιχεία τους άφησαν οι προηγούμενες γενιές. Έναν κόσμο που για να γίνει, επιστρατεύτηκαν όλες οι ανθρώπινες γνώσεις φυσικής, μαθηματικών, αστρονομίας, ιατρικής, αρχιτεκτονικής, βοτανολογίας, μαγείας, φιλοσοφίας, πληροφορικής… Έναν κόσμο αλλιώτικο, ένα κόσμο σημερινό.
Ο Μήτσος ξαφνιάστηκε. Του φαινόντουσαν τώρα όλα τόσο οικεία. Κοίταξε τον εαυτό του. Ναι, ήταν αυτός και βρισκόταν ζωντανός μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο.
Η νταλίκα ήταν δίπλα του, πραγματική, σιδερένια, με τη μηχανή να δουλεύει και τα καυσαέρια να τον πνίγουν. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που ζούσε τώρα ήταν όνειρο ή πραγματικότητα.
Η λύση δόθηκε από το ξυπνητήρι. Σηκώθηκε αναστατωμένος. Τι βραδιά και τούτη. Ετοιμάστηκε στα γρήγορα όπως πάντα και έφυγε από το σπίτι.
Μέρος τρίτο: Σκέψεις και ερωτήματα
Στο δρόμο το μυαλό του Μήτσου ήταν φορτωμένο με σκέψεις. Επηρεασμένος από τα όνειρα που είχε δει λίγο πριν, συναισθηματικά φορτισμένος, προσπαθούσε να ταξινομήσει τις σκέψεις του.
Είναι αισιόδοξος από την φύση του και δεν τον λυγίζουν εύκολα τα προβλήματα της ζωής. Έτσι και τώρα, το μυαλό του ανέβασε στροφές και άρχισε να παράγει.
«Πολύ ωραίο το πρώτο όνειρο, αλλά εκεί που είδα τον εαυτό μου να ζει πραγματικά ήταν στο δεύτερο. Στην κόλαση δηλαδή.
Εκεί που τα πάντα ήταν καλυμμένα με εκείνο το σκούρο μαυροκόκκινο χρώμα. Εκεί που όλα φάνταζαν τρομακτικά, γεμάτα κακία και μίσος.
Αλλά για στάσου. Εγώ, τι σχέση έχω με όλα αυτά; Δεν έχω διαφορές με κανένα, δεν μισώ κανένα, το αντίθετο θα έλεγα, χαίρομαι να βλέπω τον κόσμο να προκόβει.
Κανονικά θα έπρεπε να βρισκόμουν «ζωντανός» στο προηγούμενο όνειρο, εκεί που είδα την πραγματική Αλήθεια, και όχι σ’ αυτό. Τι να πω, δεν μπορώ να το εξηγήσω.
Σκέφτομαι μπας και έχω ξεστρατίσει, μπας και έχω ντεραπάρει και δεν το έχω καταλάβει. Έχει στροφές περίεργες αυτή η ζωή. Ποιος από μας δεν έχει ξεστρατίσει άλλωστε; Ποιος δεν έχει ντεραπάρει;
Ωστόσο, όλοι βαδίζουν και τείνουν προς τον ένα και τον ίδιο στόχο. Κάποια στιγμή σκέφτονται το μετά. Από τον πιο σοφό μέχρι τον τελευταίο κακούργο, μόνο που πορεύονται προς τα κει από διαφορετικούς δρόμους. Αυτή είναι μια παλιά αλήθεια.
Άρα… να, δεν θα κουραστώ πολύ να την εξηγήσω …. γιατί εγώ την είδα, ναι, την είδα την πραγματική Αλήθεια. Είδα και ξέρω ότι οι άνθρωποι μπορούν να είναι ωραίοι και ευτυχισμένοι χωρίς να χάσουν την επίγεια ζωή τους. Ναι, μπορούν!
Δεν θέλω να πιστεύω ότι το κακό είναι η φυσική κατάσταση των ανθρώπων. Ωστόσο, γι’ αυτή μου την πεποίθηση μπορεί και να με κοροϊδέψουν. Να πω πάλι τι; Ότι είδα την Αλήθεια; Θα με πάρουν για τρελό. Και όμως, εγώ την είδα. Δεν την φαντάστηκα με το νου μου και η ζωντανή της εικόνα έχει σφραγίσει τη μνήμη μου.
Την είδα προικισμένη με μια τελειότητα τόσο απόλυτη που δεν μπορώ να πιστέψω πως δεν υπάρχει στους ανθρώπους. Ναι, ακόμα και στους ανθρώπους του σήμερα. Αφού είναι έτσι λοιπόν, πώς και ξεστράτισα;
Και αν πάλι έχω ντεραπάρει σε κανένα χαντάκι, πως με βγάζω πάλι στο δρόμο; Για να αποκαταστήσω την πορεία τι κάνω; Πως πρέπει ν’ αρχίσω;
Το αγνοώ, γιατί δεν ξέρω να το εκφράσω με λόγια. Σα να έχω κομπλάρει μετά από όλα αυτά. Τουλάχιστον όσον αφορά τις απαραίτητες λέξεις, τις ουσιαστικές. Αλλά τι πειράζει; Θα πάω να τα πω όλα στους φίλους μου, όπως μπορώ, στον Μπάμπη, στη γυναίκα μου στους ….
Θα πάω να τα πω, να τα πω όλα, αν και δεν ξέρω να ξαναπώ τι είδα. Και πες πως το κάνω. Τι θα καταλάβουν ακόμα και οι καλλίτεροι; «Ένα όνειρο, θα λένε, να τι είδε, ένα όνειρο, ένα βραχνά, μια παραίσθηση, σιγά...» Έ, …. Έ … όλα αυτά δεν μου φαίνονται έξυπνα.
Κάποιοι θα μου συμπεριφερθούν κατά τα γνωστά, τόσο περήφανα! Ένα όνειρο; Τι είναι ένα όνειρο; Και η ζωή μας δεν είναι ένα όνειρο; Έ και; Τι πειράζει; Τι πειράζει αν ο Παράδεισος δεν ξαναγυρίσει ποτέ; Εγώ παρ’ όλα αυτά θα τον κηρύττω. Θα κηρύττω αυτό που είδα.
Ωστόσο, είναι τόσο απλό. Ναι, θα μπορούσε σε μια και μόνο μέρα, σε μια και μόνο ώρα, να έχουν όλα φτιάξει. Κι ας υπάρχουν οι αντιθέσεις. Οι αντιθέσεις και η διαφορετικότητα είναι μεσ’ το παιχνίδι της ζωής. Αυτό είναι το αλατοπίπερο. Η ουσία είναι να αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου.
Αυτό είναι όλο. Έτσι χτίζεται ο Παράδεισος. Δεν χρειάζονται άλλα υλικά. Μόνο αγάπη. Παλιά η συνταγή που παραμένει όμως πάντα αποτελεσματική.
«Η συνείδηση της ζωής είναι ανώτερη από τη ζωή, η γνώση των νόμων της ευτυχίας ανώτερη από την ευτυχία» Να, με τι πρέπει να παλέψω. Και θα παλέψω! Θα παλέψουμε όλοι. Αρκεί όλοι να το θελήσουμε, και στη στιγμή όλα θ’ αλλάξουν, θα επανορθωθούν.»
Με τις σκέψεις αυτές ο Μήτσος έφτασε στην νταλίκα που ήταν ήδη έτοιμη και τον περίμενε φορτωμένη. Ανέβηκε πάνω. Έπιασε το τιμόνι στα στιβαρά χέρια του, γύρισε το κλειδί της μηχανής, έριξε μια τελευταία ματιά στο κοντρόλ, έκανε τον σταυρό του, κατέβασε το χειρόφρενο και το βαρύ αμάξωμα άρχισε σιγά – σιγά να κινείται. Το γνωστό γι’ αυτόν ταξίδι για τη Φρανκφούρτη μόλις άρχιζε.
Θανάσης Καλοδίκης
Το άρθρο που μόλις διαβάσατε ήταν και το τελευταίο του Θανάση, που έφυγε από κοντά μας στις 29/12/2011 μετά από μια πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.
Ο Θανάσης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950, σπούδασε Οικονομικά και Αγγλική Φιλολογία, εργάστηκε για πολλά χρόνια στην Εθνική Τράπεζα αλλά παραιτήθηκε για να ασχοληθεί με τη μεγάλη αγάπη του, τη διδασκαλία. Μαζί με τη σύζυγό του Μαίρη διατηρούσαν Κέντρο Ξένων Γλωσσών στην περιοχή του Γκύζη.
Ο Θανάσης ήταν σκεπτόμενος άνθρωπος. Διάβαζε και έγραφε πολύ. Στην ELT NEWS αρθρογραφούσε τακτικά και είχε φανατικούς αναγνώστες, που επεσήμαιναν τις περιοδικές απουσίες του από τις μόνιμες στήλες μας. Ο Θανάσης έδινε όμως τη μάχη του και μόλις συνερχόταν, καθόταν και πάλι στον υπολογιστή του κι έγραφε.
Βλεπόμαστε και μιλούσαμε συχνά. Τον περασμένο Οκτώβριο είχε περάσει από το γραφείο μας για τη συνηθισμένη κουβεντούλα. «Οι γιατροί μου έχουν δώσει 3 μήνες ζωής» μου είπε. Φαινόταν ήρεμος. Ένα μήνα αργότερα συναντηθήκαμε ξανά, με την ευκαιρία της γενικής συνέλευσης του QLS, του οποίου ήταν ένθερμο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Δεν ήταν καλά. Εμεινε όμως μέχρι το τέλος της συνέλευσης και μετά πήγε κατευθείαν στο νοσοκομείο. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο το Νοέμβριο. Είχε στείλει ένα μεγάλο άρθρο για το Μήτσο και το Νίτσε που θα δημοσιευόταν σε συνέχειες. «Πού να το κόψω Θανάση;» ρώτησα. «Σε κείνο το σημείο» μου απάντησε αμέσως, σαν να το ήξερε απ’ έξω. «Πώς είσαι;» «Το παλεύω…θα δούμε…» Λίγο πριν την Πρωτοχρονιά άφησε την τελευταία του πνοή.
Θέλω να εκφράσω τα θερμά μου συλλυπητήρια στη Μαίρη και στα παιδιά, το Σπύρο και τη Φωτεινή, που συνεχίζουν το έργο του. Είμαι σίγουρη πως δεν θα τον ξεχάσουν ποτέ όπως δεν θα τον ξεχάσουν όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά.
Στο καλό, αγαπημένε μας Θανάση.
Α. Σπυροπούλου